Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ακριανός ακριανή ακριανό
γενική ακριανού ακριανής ακριανού
αιτιατική ακριανό ακριανή ακριανό
κλητική ακριανέ ακριανή ακριανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακριανοί ακριανές ακριανά
γενική ακριανών ακριανών ακριανών
αιτιατική ακριανούς ακριανές ακριανά
κλητική ακριανοί ακριανές ακριανά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακριανός < άκρια +-νός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακριανός και ακρινός

  • αυτός που βρίσκεται στην άκρη, ο τελευταίος προς την εξωτερική πλευρά ή προς το τέλος μιας σειράς, αυτός που βρίσκεται στην άκρη του τραπεζιού, ή του οικοδομικού τετραγώνου, στο τέλος του ή στη γωνία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία