Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άκρο τα άκρα
      γενική του άκρου των άκρων
    αιτιατική το άκρο τα άκρα
     κλητική άκρο άκρα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άκρο < αρχαία ελληνική ἄκρον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του: ἄκρος < από κοινή ρίζα -ακ- με "αἰχμή" κ.α. λέξεις που σημαίνουν προεξοχή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άκρο ουδέτερο

  1. το τελευταίο σημείο, το έσχατο, το ακραίο σημείο
    μη με οδηγείς στα άκρα (σε σημείο που υπερβαίνει τα όρια της υπομονής μου)
    Ο Κώστας είναι τύπος των άκρων, θα μας δημιουργήσει πρόβλημα (έχει ακραίες επιλογές ή συμπεριφορές)
  2. ένα από τα τέσσερα ακραία μέλη του σώματος, δηλαδή τα χέρια ή τα πόδια
    τραυματίσθηκε σοβαρά στα κάτω άκρα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • η χρήση του στον ενικό σαν ακραίο σημείο σήμερα έχει σχεδόν αντικατασταθεί από το άκρη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία