Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μυτερός η μυτερή το μυτερό
      γενική του μυτερού της μυτερής του μυτερού
    αιτιατική τον μυτερό τη μυτερή το μυτερό
     κλητική μυτερέ μυτερή μυτερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μυτεροί οι μυτερές τα μυτερά
      γενική των μυτερών των μυτερών των μυτερών
    αιτιατική τους μυτερούς τις μυτερές τα μυτερά
     κλητική μυτεροί μυτερές μυτερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mi.tɛˈɾɔs/

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μυτερός < μύτη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μυτερός, , -ο

  1. που έχει οξύ άκρο, απόληξη ή μύτη
    Τα μυτερά αντικείμενα είναι επικίνδυνα για τα μικρά παιδιά.
     συνώνυμα: οξύς, αιχμηρός, σουβλερός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία