Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μύτη μύτες
γενική μύτης (μυτών)
αιτιατική μύτη μύτες
κλητική μύτη μύτες
 
μύτη ανθρώπου (1)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μύτη < μεσαιωνική ελληνική μύτη < αρχαία ελληνική μύτις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μύτη θηλυκό

  1. όργανο που βρίσκεται στο πρόσωπο ανάμεσα στα χείλη και τα μάτια, προεξέχει από αυτό και έχει δύο εισόδους (τα ρουθούνια) που χρησιμεύουν στην αναπνοή και την όσφρηση
  2. το όργανο της όσφρησης στα θηλαστικά
  3. η ικανότητα της όσφρησης
  4. (μεταφορικά) η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι
    έχω μύτη εγώ, όλα τα καταλαβαίνω
  5. προεξοχή, κορυφή, αιχμή
  6. η άκρη, το μπροστινό μέρος
    περπατούσε στις μύτες των ποδιών (με τα ακροδάχτυλα)

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τον σέρνει από τη μύτη: τον ελέγχει απόλυτα, τον κάνει ό,τι θέλει
  • χώνω τη μύτη μου: ανακατεύομαι σε υποθέσεις που δεν με αφορούν
  • να μου τρυπήσεις τη μύτη: αυτό που λες δεν πρόκειται να γίνει
  • το έξυπνο πουλί από την μύτη πιάνεται: όταν κάποιος λόγω μη προσοχής την ΄΄πατάει΄΄ σε κάτι που γνωρίζει
  • σκάω μύτη: εμφανίζομαι, έρχομαι κάπου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία