Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μύτη οι μύτες
      γενική της μύτης των (μυτών)
    αιτιατική τη μύτη τις μύτες
     κλητική μύτη μύτες
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Μύτη ανθρώπου.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μύτη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μύτη < • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μύτη θηλυκό

  1. όργανο που βρίσκεται στο πρόσωπο ανάμεσα στα χείλη και τα μάτια, προεξέχει από αυτό και έχει δύο εισόδους (τα ρουθούνια) που χρησιμεύουν στην αναπνοή και την όσφρηση
  2. το όργανο της όσφρησης στα θηλαστικά
  3. η ικανότητα της όσφρησης
  4. (μεταφορικά) η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι
    έχω μύτη εγώ, όλα τα καταλαβαίνω
  5. προεξοχή, κορυφή, αιχμή
  6. η άκρη, το μπροστινό μέρος
    περπατούσε στις μύτες των ποδιών (με τα ακροδάχτυλα)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
μυτ- 

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία