Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μυτούλα οι μυτούλες
      γενική της μυτούλας
    αιτιατική τη μυτούλα τις μυτούλες
     κλητική μυτούλα μυτούλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μυτούλα < μύτη + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μυτούλα θηλυκό

  1. υποκοριστικό του μύτη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία