Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπρούμυτα < μεσαιωνική ελληνική μπρόμυτα < πρόμυτα < πρό + μύτη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈbɾu.mi.ta/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μπρούμυτα άκλιτο

  • με την μπροστινή πλευρά του σώματος και το πρόσωπο στραμμένα προς τα κάτω, με τη μύτη να κοιτάζει προς το έδαφος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία