Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξαπλωτά < ξαπλωτός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ξαπλωτά

  1. έχοντας ξαπλώσει
  2. σε πλάγια θέση

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ξαπλωτά