Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σουβλομύτης η σουβλομύτα το σουβλομύτικο
      γενική του σουβλομύτη της σουβλομύτας του σουβλομύτικου
    αιτιατική τον σουβλομύτη τη σουβλομύτα το σουβλομύτικο
     κλητική σουβλομύτη σουβλομύτα σουβλομύτικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σουβλομύτηδες οι σουβλομύτες τα σουβλομύτικα
      γενική των σουβλομύτηδων των σουβλομύτικων
    αιτιατική τους σουβλομύτηδες τις σουβλομύτες τα σουβλομύτικα
     κλητική σουβλομύτηδες σουβλομύτες σουβλομύτικα
To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος.
Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά.
Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σουβλομύτης < σουβλ(ί) + ο- + μύτ(η) + -ης[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σουβλομύτης -α, -ικο

  1. (ειρωνικό) περιπαικτικός χαρακτηρισμός για άτομο που έχει σουβλερή μύτη[1]
  2. (ουσιαστικοποιημένο) (ψάρι) κοινή ονομασία του ψαριού ούγαινα / ούγενα) (Diplodus puntazzo, Puntazzo puntazzo)[2][3]
     συνώνυμα: μυτάκι, χιόνα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 «σουβλομύτης» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Αικατερίνη Ευσταθίου, Ανίχνευση και μοριακή ταυτοποίηση μετάζωων εξωπαρασίτων λυθρινιού, διπλωμ. εργασία (Βόλος: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας-Σχολή Γεωπονικών Επιστημών, 2016), σ. 10. Στο Ιδρυματικό Αποθετήριο Πανεπιστημίου Θεσσαλίας· πρόσβαση: 2021-01-27.
  3. Φωτεινή Κοτζασάββα & Άννα Ελισάβετ Σαμαρτζή, Αναγνώριση της ηλικίας από σκληρές κατασκευές σε ψάρια της Λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου - Αιτωλικού: η περίπτωση της τσιπούρας, διπλωμ. εργασία (Μεσολόγγι: ΤΕΙ Μεσολογγίου, 1999), σ. 30. Στο Ιδρυματικό Καταθετήριο Τ.Ε.Ι. Δυτικής Ελλάδας· πρόσβαση: 2021-01-27.