Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική περιπαικτικός περιπαικτική περιπαικτικό
γενική περιπαικτικού περιπαικτικής περιπαικτικού
αιτιατική περιπαικτικό περιπαικτική περιπαικτικό
κλητική περιπαικτικέ περιπαικτική περιπαικτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιπαικτικοί περιπαικτικές περιπαικτικά
γενική περιπαικτικών περιπαικτικών περιπαικτικών
αιτιατική περιπαικτικούς περιπαικτικές περιπαικτικά
κλητική περιπαικτικοί περιπαικτικές περιπαικτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιπαικτικός < περιπαίζω + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

περιπαικτικός (& περιπαιχτικός)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία