Δείτε επίσης: -ικός

Ελληνικά (el) =Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -ικος η -ικη το -ικο
      γενική του -ικου της -ικης του -ικου
    αιτιατική τον -ικο τη(ν) -ικη το -ικο
     κλητική -ικε -ικη -ικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -ικοι οι -ικες τα -ικα
      γενική των -ικων των -ικων των -ικων
    αιτιατική τους -ικους τις -ικες τα -ικα
     κλητική -ικοι -ικες -ικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ικος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -ικος < λατινική -icus

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ικος, -η, -ο (και θηλυκό -ικια σε λαϊκότροπο ύφος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία


Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ικος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ικος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

επίσης