Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ίτικος < -ίτης + -ικος

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ίτικος, -ίτικη, -ίτικο

  1. παραγωγική κατάληξη / επίθημα μετουσιαστικών επιθέτων που δηλώνουν (ότι κάποιος προέρχεται, κατάγεται ή έχει σχέση με κάποιον) τόπο
    Κοζάνη > κοζανίτικος, Μετέωρα > μετεωρίτικος
  2. παραγωγική κατάληξη / επίθημα μετουσιαστικών επιθέτων παραγόμενων από προσηγορικά ουσιαστικά ή διάφορες εκφράσεις
    ριζά > ριζίτικος