Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Μετέωρα
      γενική των Μετεώρων
    αιτιατική τα Μετέωρα
     κλητική Μετέωρα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μετέωρα < μετέωρο[1] < αρχαία ελληνικήμετέωρος < μετά + ἀείρω (=αἴρω)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μετέωρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό[2]

  1. το σύνολο των μοναστηριών που είναι χτισμένα πάνω στα βράχια έξω από την πόλη της Καλαμπάκας στη βορειοδυτική Θεσσαλία
  2. το σύνολο των βράχων πάνω στα οποία είναι χτισμένα τα ομώνυμα μοναστήρια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Ο κτίτωρ της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου, όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης, πρωτοέδωσε το όνομα αυτό στα 1340 μ.Χ. στον «Πλατύ Λίθο», τον βράχο του Μεγάλου Μετεώρου· στη συνέχεια η ονομασία επεκτάθηκε σε όλους του βράχους καθώς και στα μοναστήρια που είναι χτισμένα επάνω τους. «Ἐάσας οὖν τὸν στύλον δ' Ἀθανάσιος πρὸς τὸ μετέωρον ἔρχεται. Οὕτω γὰρ παρ' αὐτοῦ ὁ πλατύλιθος μετωνόμασται». (Κώδικας Μεταμορφώσεως 404)
  2. Απαντά και ο ενικός Μετέωρο: το μοναστήρι του Μεγάλου Μετεώρου, το Μεγάλο Μετέωρο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία