Δείτε επίσης: μετέωρο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Μετέωρο τα Μετέωρα
      γενική του Μετεώρου
Μετέωρου
των Μετεώρων
    αιτιατική το Μετέωρο τα Μετέωρα
     κλητική Μετέωρο Μετέωρα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μετέωρο < μετέωρο[1] < αρχαία ελληνικήμετέωρος < μετά + ἀείρω (=αἴρω)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μετέωρο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Ο κτίτωρ της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου, όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης, πρωτοέδωσε το όνομα αυτό στα 1340 μ.Χ. στον «Πλατύ Λίθο», τον βράχο του Μεγάλου Μετεώρου· στη συνέχεια η ονομασία επεκτάθηκε σε όλους του βράχους καθώς και στα μοναστήρια που είναι χτισμένα επάνω τους. «Ἐάσας οὖν τὸν στύλον δ' Ἀθανάσιος πρὸς τὸ μετέωρον ἔρχεται. Οὕτω γὰρ παρ' αὐτοῦ ὁ πλατύλιθος μετωνόμασται». (Κώδικας Μεταμορφώσεως 404)