Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μετέωρος η μετέωρη το μετέωρο
      γενική του μετέωρου της μετέωρης του μετέωρου
    αιτιατική τον μετέωρο τη μετέωρη το μετέωρο
     κλητική μετέωρε μετέωρη μετέωρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μετέωροι οι μετέωρες τα μετέωρα
      γενική των μετέωρων των μετέωρων των μετέωρων
    αιτιατική τους μετέωρους τις μετέωρες τα μετέωρα
     κλητική μετέωροι μετέωρες μετέωρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

μετέωρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετέωρος

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /meˈte.o.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: με‐τέ‐ω‐ρος

  Επίθετο επεξεργασία

μετέωρος, -η, -ο

  1. που αιωρείται πάνω από το έδαφος, χωρίς να κινείται προς κάποια κατεύθυνση
  2. (μεταφορικά) που βρίσκεται σε αβεβαιότητα ή σε αναμονή
  3. (ειδικότερα) που δεν έχει αποφασίσει ακόμη

Συγγενικά επεξεργασία

Σύνθετα επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Πηγές επεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / μετέωρος τὸ μετέωρον
      γενική τοῦ/τῆς μετεώρου τοῦ μετεώρου
      δοτική τῷ/τῇ μετεώρ τῷ μετεώρ
    αιτιατική τὸν/τὴν μετέωρον τὸ μετέωρον
     κλητική ! μετέωρε μετέωρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μετέωροι τὰ μετέωρ
      γενική τῶν μετεώρων τῶν μετεώρων
      δοτική τοῖς/ταῖς μετεώροις τοῖς μετεώροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς μετεώρους τὰ μετέωρ
     κλητική ! μετέωροι μετέωρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μετεώρω τὼ μετεώρω
      γεν-δοτ τοῖν μετεώροιν τοῖν μετεώροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

μετέωρος < επικός τύποςμετήορος με αντιμεταχώριση < (μετά) μετ- + θέμα ἀορ- με έκταση του ⟨α⟩ λόγω της σύνθεσης, μεταπτωτικής βαθμίδας του ἀείρω / αἴρω (σηκώνω). Δεν συνδέεται με την ἀήρ, γενική ἀέρος, όπως γράφει ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες, (στίχος 264) Ὦ δέσποτ᾿ ἄναξ, ἀμέτρητ᾿ Ἀήρ, ὃς ἔχεις τὴν γῆν μετέωρον[1]

  Επίθετο επεξεργασία

μετέωρος, -ος, -ον

  1. αιωρούμενος, ανυψωμένος από τη γη στον αέρα, κρεμασμένος στο κενό, σηκωτός
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 1, 5.9
    ※  μετεώρους ἐξεκόμισαν τὰς ἁμάξας (Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 1.5.9)
  2. αυτός που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος
    • μετέωρα χωρία: περιοχές με μεγάλο υψόμετρο
      ※  1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Πελοπίδας, 32,4
      καὶ πρὸς ἰσχυρὰ καὶ μετέωρα χωρία ἐμβαλὼν ἔκτεινε τοὺς πρώτους
  3. (ναυτικός όρος) που βρίσκεται στην ανοικτή θάλασσα
    ※  5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 1, 48
    ※  καθορῶσι τὰς τῶν Κερκυραίων ναῦς μετεώρους τε καὶ ἐπὶ σφᾶς πλεούσας
  4. (μεταφορικά) αβέβαιος, ασταθής
    ※  5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 2, 7
    ※  ἥ τε ἄλλη ῾Ελλὰς ἅπασα μετέωρος ἦν
  5. κυμαινόμενος, διστακτικός, αβέβαιος
    ※  4ος πκε αιώνας Ἰσοκράτης, Ἐπιστολαί, 1. (Διονυσίῳ), 10
    Οὕτω τὰ μετέωρα τῆς τύχης κινήματα ἐκστῆναί σε τῆς πάλαι θεωρίας ἠνάγκασαν
  6. «τὰ μετέωρα» (ουσιαστικοποιημένο):
    1. τα ουράνια σώματα, τα φυσικά φαινόμενα
    2. tα υψηλά και ουράνια δυσκολονόητα νοήματα
      ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 228
      ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Οὐ γὰρ ἄν ποτε/ἐξηῦρον ὀρθῶς τὰ μετέωρα πράγματα
  7. ὄμματα μετέωρα (μάτια που εξέχουν, γουρλωτά) ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κυνηγετικός, 4.1

παραθετικά επεξεργασία

μετεωρότερος
μετεωρότατος
μετεώρως
μετεωρότερον
μετεωρότατα

Συγγενικά επεξεργασία

Λέξεις με -μετεωρ- @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts

Σύνθετα επεξεργασία

  Αναφορές επεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  Πηγές επεξεργασία