Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μετέωρος μετέωρη μετέωρο
γενική μετέωρου μετέωρης μετέωρου
αιτιατική μετέωρο μετέωρη μετέωρο
κλητική μετέωρε μετέωρη μετέωρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μετέωροι μετέωρες μετέωρα
γενική μετέωρων μετέωρων μετέωρων
αιτιατική μετέωρους μετέωρες μετέωρα
κλητική μετέωροι μετέωρες μετέωρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετέωρος < αρχαία ελληνική μετέωρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛ.ˈtɛ.ɔ.ɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mɛ.ˈtɛ.ɔ.ɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mɛ.ˈtɛ.ɔ.ɾɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μετέωρος, -η, -ο

  1. που αιωρείται πάνω από το έδαφος, χωρίς να κινείται προς κάποια κατεύθυνση
  2. (μεταφορικά) που βρίσκεται σε αβεβαιότητα ή σε αναμονή
  3. (ειδικότερα) που δεν έχει αποφασίσει ακόμη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μετέωρος τὸ μετέωρον οἱ, αἱ μετέωροι τὰ μετέωρα
Γενική τοῦ, τῆς μετεώρου τοῦ μετεώρου τῶν μετεώρων τῶν μετεώρων
Δοτική τῷ, τῇ μετεώρῳ τῷ μετεώρῳ τοῖς, ταῖς μετεώροις τοῖς μετεώροις
Αιτιατική τὸν, τὴν μετέωρον τὸ μετέωρον τοὺς, τὰς μετεώρους τὰ μετέωρα
Κλητική μετέωρε μετέωρον μετέωροι μετέωρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μετεώρω
Γενική-Δοτική μετεώροιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετέωρος < μετά + ἀείρω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μετέωρος, -ος, -ον

  1. αιωρούμενος, ανυψωμένος από τη γη στον αέρα, κρεμασμένος στο κενό, σηκωτός
    μετεώρους ἐξεκόμισαν τὰς ἁμάξας (Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 1.5.9)
  2. αυτός που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος
    μετέωρα χωρία: περιοχές με μεγάλο υψόμετρο
    καὶ πρὸς ἰσχυρὰ καὶ μετέωρα χωρία ἐμβαλὼν ἔκτεινε τοὺς πρώτους (Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Πελοπίδας, 32,4)
  3. (ναυτική ορολογία) που βρίσκεται στην ανοικτή θάλασσα
    καθορῶσι τὰς τῶν Κερκυραίων ναῦς μετεώρους τε καὶ ἐπὶ σφᾶς πλεούσας (Θουκυδίδης, Ἱστορία, Α48)
  4. (μεταφορικά) αβέβαιος, ασταθής
    ἥ τε ἄλλη ῾Ελλὰς ἅπασα μετέωρος ἦν (Θουκυδίδης, Ἱστορία, Β7)
  5. κυμαινόμενος, διστακτικός, αβέβαιος
    Οὕτω τὰ μετέωρα τῆς τύχης κινήματα ἐκστῆναί σε τῆς πάλαι θεωρίας ἠνάγκασαν [Ἰσοκράτης, Ἑπιστολαί, 10 (Διονυσίῳ), 1]
  6. Τα μετέωρα (ουσιαστικοποιημένο): τα ουράνια σώματα, τα φυσικά φαινόμενα
  7. Τὰ μετέωρα: Τα υψηλά και ουράνια δυσκολονόητα νοήματα
    ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Οὐ γὰρ ἄν ποτε/ἐξηῦρον ὀρθῶς τὰ μετέωρα πράγματα (Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, 228)
  8. ὄμματα μετέωρα (Ξενοφῶν, Κυνηγετικός, 4, 1): μάτια που εξέχουν, γουρλωτά

παραθετικάΕπεξεργασία

Θετικός
Συγκριτικός
Υπερθετικός
Επίθετο
μετέωρος
μετεωρότερος
μετεωρότατος
Επίρρημα
μετεώρως
μετεωρότερον
μετεωρότατα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία