Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μετέωρων

  1. μετέωρος, στη γενική του πληθυντικού
  2. μετέωρη, στη γενική του πληθυντικού
  3. μετέωρο, στη γενική του πληθυντικού