Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιωρούμαι < αρχαία ελληνική αἰωροῦμαι, παθητική φωνή του ρήματος αἰωρέω / αἰωρῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.oˈɾu.me/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αιωρούμαι

  1. ταλαντεύομαι, είμαι κρεμασμένος από ένα σταθερό σημείο και κουνιέμαι μπρος πίσω
  2. είμαι μετέωρος, βρίσκομαι στον αέρα χωρίς να έρθω σε επαφή με τίποτα, κρέμομαι ή/και κινούμαι στον αέρα
  3. (μεταφορικά) είμαι αναποφάσιστος για κάτι
     συνώνυμα: αμφιταλαντεύομαι
  4. εκκρεμώ
  5. (για κάτι κακό) είμαι αντιληπτή απειλή

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία