Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αναποφάσιστος αναποφάσιστη αναποφάσιστο
γενική αναποφάσιστου αναποφάσιστης αναποφάσιστου
αιτιατική αναποφάσιστο αναποφάσιστη αναποφάσιστο
κλητική αναποφάσιστε αναποφάσιστη αναποφάσιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναποφάσιστοι αναποφάσιστες αναποφάσιστα
γενική αναποφάσιστων αναποφάσιστων αναποφάσιστων
αιτιατική αναποφάσιστους αναποφάσιστες αναποφάσιστα
κλητική αναποφάσιστοι αναποφάσιστες αναποφάσιστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναποφάσιστος < α στερητικό και αποφασίζω + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναποφάσιστος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία