Δείτε επίσης: αποφασιστικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αποφασισμένος αποφασισμένη αποφασισμένο
γενική αποφασισμένου αποφασισμένης αποφασισμένου
αιτιατική αποφασισμένο αποφασισμένη αποφασισμένο
κλητική αποφασισμένε αποφασισμένη αποφασισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποφασισμένοι αποφασισμένες αποφασισμένα
γενική αποφασισμένων αποφασισμένων αποφασισμένων
αιτιατική αποφασισμένους αποφασισμένες αποφασισμένα
κλητική αποφασισμένοι αποφασισμένες αποφασισμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποφασισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποφασίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αποφασισμένος, αποφασισμένη, αποφασισμένο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία