Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

scrappy (en)

  1. ακατάστατος
  2. (λαϊκότροπο) αποφασισμένος, πεισματάρης, επίμονος, εριστικός
    • επινοητικός κυρίως διότι προσπαθεί μέχρι να επιτύχει

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

η σημασία προσδιορίζεται από το συγκείμενο