Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
swing swings

swing (en)

  1. η κούνια
    • Μία κούνια σε μία παιδική χαρά ...
    • A swing at a playground ... (κάποια γενικά)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας swing
γ΄ ενικό ενεστώτα swings
αόριστος swung
παθητική μετοχή swung
ενεργητική μετοχή swinging
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

swing (en)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

σημασία ταλαντεύομαι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία