Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουνώ < μεσαιωνική ελληνική κουνώ < αρχαία ελληνική κινέω/ κινῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

κουνώ (μεταβατικό) ή (αμετάβατο)

  1. (μεταβατικό) αλλάζω θέση, μετακινώ, μεταθέτω, μετατοπίζω
    • ποιος κούνησε το βάζο από τη θέση του;
    • είναι αυτός που κουνάει τα χέρια του
    • κούνα λίγο πιο πέρα το αυτοκίνητό σου να χωρέσω
  2. (μεταβατικό) αλλάζω θέση με συνεχή παλινδρομικό τρόπο, ταλαντεύω
    • ο αέρας κουνάει τα κλαδιά του δέντρου
  3. (αμετάβατο) αλλάζω θέση ως προς κάποιο άξονα που με διαπερνάει, ταλαντεύομαι
    • το πλοίο κουνάει πολύ
    • η ξύλινη σκάλα ήταν παλιά και κούναγε όταν την ανέβαινες
    • η καρέκλα αυτή κουνάει, μου φέρνετε μιαν άλλη;

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

κουνάω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία