Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετατοπίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

μετατοπίζω (μεταβατικό)

  1. τοποθετώ σε άλλο σημείο, αλλάζω τη θέση
    • άγνωστοι μετατόπισαν το άγαλμα
  2. αναγκάζω κάποιον να αλλάξει περιοχή

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία