Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταθέτω < αρχαία ελληνική μετατίθημι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛ.ta.ˈθɛ.tɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεταθέτω (μεταβατικό) , πρτ.: μετέθετα, στ.μέλλ.: θα μεταθέσω, αόρ.: μετέθεσα, παθ.φωνή: μετατίθεμαι

  1. τοποθετώ σε άλλο σημείο
    μετέθεσαν τα αγγεία σε γυάλινες προθήκες
  2. τοποθετώ υπάλληλο, εργαζόμενο κλπ. σε άλλη περιοχή ή σε άλλη οργανική θέση
    είναι δυσαρεστημένος γιατί τον μεταθέσανε στα σύνορα
  3. αλλάζω την προγραμματισμένη ημερομηνία ενός γεγονότος, εκδήλωσης, συνεδρίου κ.λπ.
     συνώνυμα: αναβάλλω
    το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να μεταθέσει την ημερομηνία έναρξης των εξετάσεων για την επόμενη εβδομάδα
  4. (μεταφορικά) τοποθετώ σε άλλο σημείο
    μη μεταθέτεις τις ευθύνες σου πάνω μου!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία