Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεταθετός η μεταθετή το μεταθετό
      γενική του μεταθετού της μεταθετής του μεταθετού
    αιτιατική τον μεταθετό τη μεταθετή το μεταθετό
     κλητική μεταθετέ μεταθετή μεταθετό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεταθετοί οι μεταθετές τα μεταθετά
      γενική των μεταθετών των μεταθετών των μεταθετών
    αιτιατική τους μεταθετούς τις μεταθετές τα μεταθετά
     κλητική μεταθετοί μεταθετές μεταθετά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταθετός < μετα(τίθημι) + θετός (αρχαιοελληνικό επίθετο του ρήματος τίθημι), μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Versetz barkeit ή γαλλική amovible, amovibilité

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /me.ta.θeˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: με‐τα‐θε‐τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεταθετός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία