Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κρεμασμένος κρεμασμένη κρεμασμένο
γενική κρεμασμένου κρεμασμένης κρεμασμένου
αιτιατική κρεμασμένο κρεμασμένη κρεμασμένο
κλητική κρεμασμένε κρεμασμένη κρεμασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κρεμασμένοι κρεμασμένες κρεμασμένα
γενική κρεμασμένων κρεμασμένων κρεμασμένων
αιτιατική κρεμασμένους κρεμασμένες κρεμασμένα
κλητική κρεμασμένοι κρεμασμένες κρεμασμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρεμασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κρεμάω και κρεμώ, κρέμομαι, κρεμιέμαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

κρεμασμένος, -η, -ο

Στον τοίχο είναι κρεμασμένο ένα πριόνι και στo τραπέζι αφημένος ένας μπαλτάς.
Η μπαλάντα των κρεμασμένων (Ο επικήδειος του Βιγιόν)
Είχε όμως τη γυναίκα κρεμασμένη πάνω του (Μπρέχτ, Η Χαζή Γυναίκα)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία