Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρεμώ < αρχαία ελληνική κρεμύω και κρεμάννυμι

  ΡήμαΕπεξεργασία

κρεμώ και κρεμάω

  1. τοποθετώ κάτι με τη μία άκρη του στερεωμένη ψηλότερα και την άλλη να πέφτει ελεύθερα προς τα κάτω
    κρέμασε στο λαιμό της το χρυσό μετάλλιο
  2. απαγχονίζω, εκτελώ κάποιον στην κρεμάλα
    Θα κρεμούσαν για παραδειγματισμό στην πλατεία του χωριού έναν προδότη. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  3. (μεταφορικά) αφήνω κάποιον εκτεθειμένο ή παραπονεμένο ξεχνώντας την υπόσχεσή που του έδωσα
    μου είχε υποσχεθεί ότι θα με δανείσει και με κρέμασε τελευταία στιγμή
  4. ένα μέρος μου κατεβαίνει πιο χαμηλά απ' ό,τι συνήθως
    γέρασες, κακομοίρη, και κρέμασες προγούλι!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία