Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

dependent (en)

  1. εξαρτημένος
    dependent variable - εξαρτημένη μεταβλητή
    dependent clause - εξαρτημένη (δευτερεύουσα) πρόταση
  2. ο εξαρτώμενος, που εξαρτάται από κάτι για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

dependent (ro)

  1. εξαρτώμενος