Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

independent (en)

  1. ανεξάρτητος
  2. (πληροφορική) ανεξάρτητος, ουδέτερος
     συνώνυμα: neutral

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία