Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /dɪˈpɛndənsi/ (βρετανικό)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dependency (en)

  1. εξάρτηση
  2. κτήση, εξαρτημένη περιοχή (που ανήκει κάπου)
  3. (πληροφορική) βιβλιοθήκη (library), πρόγραμμα ή γενικότερα προκατασκευασμένος κώδικας, που είναι απαραίτητος για την λειτουργία ενός προγράμματος
    ※  Program A uses program B. A depends on B. B is A's dependency.
    «Το πρόγραμμα Α χρησιμοποιεί το πρόγραμμα Β. Το Α εξαρτάται από το Β. Το Β είναι εξάρτηση του Α»

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία