Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μετόχι τα μετόχια
      γενική του μετοχιού των μετοχιών
    αιτιατική το μετόχι τα μετόχια
     κλητική μετόχι μετόχια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετόχι < μεσαιωνική ελληνική μετόχιον/μετόχιν, υποκοριστικό της λέξης μετοχή < αρχαία ελληνική μετέχω < ἔχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛ.ˈtɔ.çi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετόχι ουδέτερο

  • (θρησκεία) κτήμα, οίκημα ή ναός που ανήκει σε μοναστήρι και βρίσκεται έξω από την κυρίως περιοχή του
    Στην Οθωμανική περίοδο οι σουλτάνοι προχώρησαν σε μεγάλες κατασχέσεις και εκποιήσεις της μοναστηριακής περιουσίας και οι σύγχρονοι ιστορικοί ανακαλύπτουν όλο και συχνότερα ότι τα ίδια μετόχια άλλαζαν γεωγραφική θέση από αιώνα σε αιώνα και επισημαίνουν ότι η ρευστότητα της νομοθεσίας και της οθωμανικής διοίκησης ώθησε τους καλόγερους να μάθουν από νωρίς τους αμείλικτους κανόνες του real estate. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία