Arrows blue.png Δείτε επίσης: κτῆμα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κτήμα κτήματα
γενική κτήματος κτημάτων
αιτιατική κτήμα κτήματα
κλητική κτήμα κτήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κτήμα < αρχαία ελληνική κτῆμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κτήμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε ανήκει σε κάποιον
  2. κάτι που το έχω μελετήσει και το γνωρίζω (κατέχω) καλά
  3. ιδιόκτητο κομμάτι γης, συνήθως καλλιεργήσιμο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία