Δείτε επίσης: płot

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

plot (en)

  1. η πλοκή
  2. το οικόπεδο
  3. το σχέδιο ή η συνωμοσία για τη διάπραξη ενός εγκλήματος
  4. γράφημα ή διάγραμμα, φτιαγμένο με το χέρι ή από ηλεκτρονική συσκευή

  ΡήμαΕπεξεργασία

plot (en)

  1. (μεταβατικό) σχεδιάζω ένα έγκλημα
  2. (αμετάβατο) συνωμοτώ
  3. φτιάχνω ένα γράφημα ή διάγραμμα
  4. σημειώνω (πχ μια θέση σε ένα γράφημα ή διάγραμμα)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
plot plots

plot (fr) αρσενικό

  1. (τεχνολογία) μεταλλικό έλασμα που επιτρέπει μια ηλεκτρική σύνδεση, η επαφή
  2. (τεχνολογία) ψηφιακή πληροφορία στην οθόνη ενός ραντάρ που παριστάνει ένα κινούμενο αντικείμενο
  3. (αθλητισμός) κωνικό αντικείμενο που χρησιμεύει στον καθορισμό ορίων για μια δραστηριότητα



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

plot (cs) αρσενικό

  1. ο φράχτης