Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιώρηση < αρχαία ελληνική αἰώρησις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιώρηση θηλυκό

  1. η ταλάντωση
    η αιώρηση του εκκρεμούς
  2. το αποτέλεσμα του αιωρούμαι, όταν κάτι βρίσκεται στον αέρα
    η αιώρηση του στρατιώτη από το ελικόπερο
    η αίσθηση της αιώρησης έξω από το σώμα είναι μεταφυσική εμπειρία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία