Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Θεσσαλία οι Θεσσαλίες
      γενική της Θεσσαλίας των Θεσσαλιών
    αιτιατική τη Θεσσαλία τις Θεσσαλίες
     κλητική Θεσσαλία Θεσσαλίες
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Θεσσαλία < αρχαία ελληνική Θεσσαλία < Θεσσαλός + -ία < πρωτοελληνική *kʷʰeťťalós[1] [2] < προελληνική[1] [2] ή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή[3] [4] [5]*gʷʰedʰ- (παρακαλώ, ζητώ, προσεύχομαι)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Θεσσαλία θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 
  2. 2,0 2,1 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. Hjalmar Frisk, Griechisches Etymologisches Wörterbuch, Χαϊδελβέργη 1970, λήμμα: θέσσασθαι
  4. Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Ελληνικά έθνη κατά την εποχή του χαλκού, μετάφραση Νατάσα Παπαδοπούλου, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2018, ISBN 978-960-524-498-9, σελ. 451
  5. https://smerdaleos.wordpress.com