Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αυθάδικος αυθάδικη αυθάδικο
γενική αυθάδικου αυθάδικης αυθάδικου
αιτιατική αυθάδικο αυθάδικη αυθάδικο
κλητική αυθάδικε αυθάδικη αυθάδικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυθάδικοι αυθάδικες αυθάδικα
γενική αυθάδικων αυθάδικων αυθάδικων
αιτιατική αυθάδικους αυθάδικες αυθάδικα
κλητική αυθάδικοι αυθάδικες αυθάδικα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυθάδικος < αυθάδης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αυθάδικος

  1. δύσχρηστη μορφή του αυθάδης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία