Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική νηστικός νηστική
νηστικιά
νηστικό
γενική νηστικού νηστικής
νηστικιάς
νηστικού
αιτιατική νηστικό νηστική
νηστικιά
νηστικό
κλητική νηστικέ νηστική
νηστικιά
νηστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νηστικοί νηστικές νηστικά
γενική νηστικών νηστικών νηστικών
αιτιατική νηστικούς νηστικές νηστικά
κλητική νηστικοί νηστικές νηστικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

νηστικός < αρχαία ελληνική νηστικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νηστικός, -ή, -ό

  1. που δεν είναι φαγωμένος, που έχει αρκετή ώρα να φάει και το στομάχι του είναι άδειο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νηστικός <
  1. νῆστις
  2. νέω


  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νηστικός

  1. που μένει νηστικός, που δεν τρώει
  2. που αναφέρεται ή αφορά την τέχνη της κλωστικής