Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νηστεύω < αρχαία ελληνική νηστεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

νηστεύω

  1. (γενική έννοια) δεν τρώω
    νηστεύω το κρέας
  2. (εκκλησιαστικός όρος) δεν τρώω ορισμένα φαγώσιμα σε μερικές προκαθορισμένες εποχές
     συνώνυμα: κάνω νηστεία
  3. (αμετάβατο) δίνω σε κάποιον νηστίσιμα φαγητά
    νηστεύω τον γιο μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νηστεύω < νη- + ἐσθίω

  ΡήμαΕπεξεργασία

νηστεύω

  1. δεν τρώω, μένω άσιτος