Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἔδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁ed-. Συγγενές με σανσκριτικά अत्ति (átti), λατινικά edo, παλαιοαρμενικά ուտեմ (utem), χεττιτική γλώσσα 𒂊𒀉𒈪 (e-id-mi), αρχαία εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα ꙗсти (jasti), αγγλοσαξονικά) etan/αγγλικά eat

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἔδω (αρχαίος επικός ενεστώτας· αττικός τύπος: ἐσθίω)

  1. τρώω
  2. κατατρώγω, καταβροχθίζω

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • θυμὸν ἔδοντες: «τρώγοντας» την ψυχή τους, φθείροντας την ψυχική τους διάθεση
  • οἶκον ἔδουσιν: κατασπαταλούν την περιουσία, τα υπάρχοντά τους

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία