Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταβροχθίζω < αρχαία ελληνική καταβροχθίζω < κατά + βροχθίζω < βρόχθος (2, 3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική engloutir)

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταβροχθίζω

  1. καταπίνω λαίμαργα και σχεδόν αμάσητη πολλή τροφή
    H τσιπούρα συχνάζει σ’ εκείνα τα σημεία της θάλασσας όπου υπάρχουν και αναπτύσσονται αποικίες από μύδια, τα οποία κυριολεκτικά καταβροχθίζει. (*)
  2. (μεταφορικά) δέχομαι με μεγάλη ευχαρίστηση, απολαμβάνω
    Το πρότυπο του αυστηρού πατέρα των παλιών αναγνωστικών υποχωρεί. Ο μπαμπάς είναι πιο τρυφερός, παίρνει ενεργά μέρος στην ανατροφή, καταβροχθίζει βιβλία παιδικής ψυχολογίας. (*)
  3. (μεταφορικά) εξαφανίζω
    Στον τόπο μας η αγνωμοσύνη προς τους ανθρώπους που ξοδεύονται με τυφλή αφοσίωση έχει καταντήσει θεσμός. Δεν προφτάνουν να κλείσουν το έργο τους και τους καταβροχθίζει η πιο αδυσώπητη σιωπή. (*)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία