Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλαιά αρμενικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό (ή γκραμπάρ)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία