Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αμερικανικός αμερικανική αμερικανικό
γενική αμερικανικού αμερικανικής αμερικανικού
αιτιατική αμερικανικό αμερικανική αμερικανικό
κλητική αμερικανικέ αμερικανική αμερικανικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμερικανικοί αμερικανικές αμερικανικά
γενική αμερικανικών αμερικανικών αμερικανικών
αιτιατική αμερικανικούς αμερικανικές αμερικανικά
κλητική αμερικανικοί αμερικανικές αμερικανικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμερικανικός < Αμερικανός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αμερικανικός και αμερικάνικος

  1. σχετικός με την ήπειρο της Αμερικής
  2. σχετικός με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία