Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προεξοχή οι προεξοχές
      γενική της προεξοχής των προεξοχών
    αιτιατική την προεξοχή τις προεξοχές
     κλητική προεξοχή προεξοχές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προεξοχή < προεξέχω + < μεσαιωνική ελληνική προεξέχω < πρό + αρχαία ελληνική ἐξέχω < ἐξ + ἔχω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική proéminence)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾɔεksɔˈçi/
συλλαβισμός: προ‐ε‐ξο‐χή
παλαιός συλλαβισμός: προ‐εξ‐ο‐χή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προεξοχή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία