Δείτε επίσης: προέχω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προεξέχω < μεσαιωνική ελληνική προεξέχω < πρό + αρχαία ελληνική ἐξέχω < ἐξ + ἔχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾɔεˈksεxɔ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προ‐ε‐ξέ‐χω
παλαιός συλλαβισμός: προ‐εξ‐έ‐χω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προεξέχω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. προεξέχω προεξείχα θα προεξέχω να προεξέχω προεξέχοντας
β' ενικ. προεξέχεις προεξείχες θα προεξέχεις να προεξέχεις
γ' ενικ. προεξέχει προεξείχε θα προεξέχει να προεξέχει
α' πληθ. προεξέχουμε προεξείχαμε θα προεξέχουμε να προεξέχουμε
β' πληθ. προεξέχετε προεξείχατε θα προεξέχετε να προεξέχετε προεξέχετε
γ' πληθ. προεξέχουν(ε) προεξείχαν
προεξείχαν(ε)
θα προεξέχουν(ε) να προεξέχουν(ε)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία