Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική νοητός νοητή νοητό
γενική νοητού νοητής νοητού
αιτιατική νοητό νοητή νοητό
κλητική νοητέ νοητή νοητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νοητοί νοητές νοητά
γενική νοητών νοητών νοητών
αιτιατική νοητούς νοητές νοητά
κλητική νοητοί νοητές νοητά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νοητός < αρχαία ελληνική νοητός < νοέω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νοητός

  1. που είναι δυνατόν να τον καταλάβουμε ή να τον αναπαραστήσουμε με τον νου μας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία