Άνοιγμα κυρίου μενού

Βοσνιακά (bs) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nos (bs)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

nos (fr)

  • κτητική αντωνυμία, χρησιμοποιείται όταν υπάρχουν πολλά υποκείμενα και πολλά αντικείμενα: μας



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή αντωνυμίαςΕπεξεργασία

nos (es)

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

προσωπικές αντωνυμίες στα ισπανικά
αριθμός πρόσωπο γένος ονομαστική αιτιατική δοτική αυτοπαθής τονιζόμενη
ενικός 1ο yo me
2ο te ti
3ο αρσενικό él lo le se él
θηλυκό ella la ella
πληθυντικός 1ο αρσενικό nosotros nos nosotros
θηλυκό nosotras nosotras
2ο αρσενικό vosotros os vosotros
θηλυκό vosotras vosotras
3ο αρσενικό ellos los les se ellos
θηλυκό ellas las ellas



Κροατικά (hr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nos (hr) αρσενικό

  1. η μύτη



Λατινικά (la) Επεξεργασία

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /nɔs/
nos 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nos (pl) αρσενικό

  1. η μύτη
    (ανατομία) το όργανο της αναπνοής και της όσφρησης
    το μπροστινό τμήμα του παπουτσιού
    το ρύγχος του αεροπλάνου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία



Σερβικά (sr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nos (sr)

  • λατινική γραφή του нос



Σλοβακικά (sk) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nos (sk) αρσενικό

  1. η μύτη



Τσεχικά (cs) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /nɔs/
nos 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nos (cs) αρσενικό

  1. η μύτη