Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεσαίος η μεσαία το μεσαίο
      γενική του μεσαίου της μεσαίας του μεσαίου
    αιτιατική τον μεσαίο τη μεσαία το μεσαίο
     κλητική μεσαίε μεσαία μεσαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεσαίοι οι μεσαίες τα μεσαία
      γενική των μεσαίων των μεσαίων των μεσαίων
    αιτιατική τους μεσαίους τις μεσαίες τα μεσαία
     κλητική μεσαίοι μεσαίες μεσαία
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεσαίος < αρχαία ελληνική μεσαῖος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεσαίος -α -ο αρσενικό

  1. που βρίσκεται στη μέση ενός πράγματος
    ο ποδοσφαιριστής πέρασε τη μεσαία γραμμή του γηπέδου
  2. που βρίσκεται στη μέση ενός συνόλου, μιας ακολουθίας ή μιας αξιολογικής κλίμακας
  3. που δεν ανήκει ούτε στις ανώτερες ούτε στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις
    η μεσαία τάξη, τα μεσαία στρώματα
  4. που τοποθετείται πολιτικά στο κέντρο
    ο μεσαίος χώρος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία