Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δείκτης οι δείκτες
      γενική του δείκτη των δεικτών
    αιτιατική τον δείκτη τους δείκτες
     κλητική δείκτη δείκτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείκτης < ελληνιστική κοινή δείκτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δείκτης και δείχτης αρσενικό

  1. αντικείμενο που δείχνει μια τιμή
    ο λεπτός δείκτης του ρολογιού δείχνει τα λεπτά
  2. το δεύτερο δάχτυλο του χεριού μας, αυτό που συνήθως χρησιμοποιούμε για να δείχνουμε κάτι
  3. (χημεία) χημική ένωση της οποίας το χρώμα μεταβάλλεται όταν προσθέσουμε σε αυτήν οξύ ή βάση
  4. αριθμητικό ή άλλο μέγεθος που παρέχει πληροφορίες ή αποτελεί ένδειξη για την εξέλιξη ενός ευρύτερου φαινομένου
  5. (μαθηματικά) μικρός χαρακτήρας κάτω από την θέση του κανονικού και κοντά σε αυτόν (πχ. x2).
  6. (πληροφορική), (GUI) ο κέρσορας, ο δρομέας του ποντικιού όπως φαίνεται στην οθόνη του υπολογιστή
  7. (προγραμματισμός) είδος μεταβλητής (variable) που δεν περιέχει την ίδια την τιμή της πληροφορίας, αλλά έναν αριθμό που προσδιορίζει την θέσης (address) της σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρό δίσκο, μνήμη Η/Υ) από όπου μπορεί να ανακτηθεί η τιμή ή τη θέση στοιχείου σε μια δομή ακολουθίας στοιχείων (πχ. πίνακα).
  8. (παρωχημένο) το ευρετήριο στο τέλος των βιβλίων (πρβ. λατινική index)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία