Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταβλητή < αρχαία ελληνική μεταβλητός < μεταβάλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταβλητή θηλυκό

  1. (μαθηματικά) η κυμαινόμενη τιμή
  2. (καθομιλουμένη) οτιδήποτε κυμαινόμενο
  3. (λογική) βλ. η προτασιακή μεταβλητή
  4. (προγραμματισμός) ονοματισμένη η θέση στη μνήμη υπολογιστή όπου ένα πρόγραμμα μπορεί να αποθηκεύσει και να ανακαλέσει πληροφορίες, που περιέχονται σε αρχέγονους (primitive) ή σύνθετους τύπους δεδομένων (composite, compound)

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

πληροφορική:

πληροφορική (εμβέλεια):

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μεταβλητή

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία