Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική μεταβλητός μεταβλητή μεταβλητό
γενική μεταβλητού μεταβλητής μεταβλητού
αιτιατική μεταβλητό μεταβλητή μεταβλητό
κλητική μεταβλητέ μεταβλητή μεταβλητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεταβλητοί μεταβλητές μεταβλητά
γενική μεταβλητών μεταβλητών μεταβλητών
αιτιατική μεταβλητούς μεταβλητές μεταβλητά
κλητική μεταβλητοί μεταβλητές μεταβλητά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταβλητός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεταβλητός

  1. αυτός που μεταβάλεται
  2. (μαθηματικά, προγραμματισμός) βλ. μεταβλητή
  3. (προγραμματισμός) για δομή δεδομένων, η οποία μπορεί να τροποποιηθεί (αφού της έχει γίνει ανάθεση τιμής) χωρίς να χρειάζεται να γίνει αντικατάστασή της (overwriting)
    η δομή δεδομένων λίστα (list) είναι μεταβλητή (mutable) γιατί μπορούν να προσθαφαιρεθούν στοιχεία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία