Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

variable (en)

  1. μεταβλητός, μεταβαλλόμενος
  2. ασταθής,
  3. ευμετάβλητος συναισθηματικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

variable (en)

  1. μεταβλητή, κυμαινόμενη τιμή
  2. (λογική) βλ. propositional variable (προτασιακή μεταβλητή)
  3. (προγραμματισμός) η μεταβλητή
    "Variables are used for storing data" - «Οι μεταβλητές χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση δεδομένων»
    δείτε επίσης: variable στην αγγλική Βικιπαίδεια

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • variable στην αγγλική Βικιπαίδεια  

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

variable < λατινική variabilis (ασταθής)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /va.ʁjabl/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
variable variables

variable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. μεταβλητός
  2. άστατος, ασταθής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
variable variables

variable (fr) θηλυκό

  1. (μαθηματικά) μεταβλητή

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη varier